ἐπονείδιστος

ἐπονείδιστος, ον,
A to be reproached, disgraceful, shameful, E.IT689 ;

ἐ. εἰρήνη Isoc.12.106

([comp] Comp.), cf. D.19.336 ;

ἀμαθία Pl.Ap.29b

, etc. ; τινι to one, X.Smp.8.34 ; ἐπονείδιστόν ἐστι παρά τισι is matter of reproach, D.26.19 ; ὄνομα τοὐπονείδιστον βροτοῖς the name of reproach among men, E.Fr.922 : [comp] Comp., Arist.EN1119a25 : [comp] Sup., X.Smp. 8.19. Adv.

-τως

shamefully,

Pl.Lg.633e

, Isoc.4.60 ; also in act. sense, so as to shame,

ψέγειν Plb.1.14.5

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπονείδιστος — to be reproached masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επονείδιστος — η, ο (AM ἐπονείδιστος, ον) άξιος να επισύρει ονειδισμό, αξιοκατάκριτος, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. επί + *ονειδιστός (< ονειδίζω) …   Dictionary of Greek

  • επονείδιστος — η, ο επίρρ. α αξιοκατάκριτος, αισχρός, αξιοκαταφρόνητος, εξευτελιστικός: Επονείδιστη ειρήνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπονειδιστότερον — ἐπονείδιστος to be reproached adverbial comp ἐπονείδιστος to be reproached masc acc comp sg ἐπονείδιστος to be reproached neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδιστότατα — ἐπονείδιστος to be reproached adverbial superl ἐπονείδιστος to be reproached neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδίστως — ἐπονείδιστος to be reproached adverbial ἐπονείδιστος to be reproached masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονείδιστον — ἐπονείδιστος to be reproached masc/fem acc sg ἐπονείδιστος to be reproached neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδιστοτάτη — ἐπονείδιστος to be reproached fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδιστοτάτην — ἐπονείδιστος to be reproached fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδιστότατος — ἐπονείδιστος to be reproached masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπονειδίστοις — ἐπονείδιστος to be reproached masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.